.

.
Κάθε Δευτέρα στην Athens Voice (κλικ)

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

ΕΝΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΜΟΥ

[Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο της εφημερίδας Athens Voice όπου μπορείτε να αφήσετε και τα δικά σας σχόλια.]

grindr ghost

Grindr: Η εφαρμογή που μας στοιχειώνει


Τα αποσπάσματα που θα διαβάσετε προέρχονται από το διήγημα του Νεοϋορκέζου συγγραφέα Μαρκ Άλεν με τίτλο «Το φάντασμα του Grindr» που αναφέρεται στη γνωστή εφαρμογή για γκέι γνωριμίες μέσω κινητών τηλεφώνων. Η μετάφραση είναι δική μου από εδώ.


Oι φίλοι μου το αποφεύγουν
σαν τον διάολο, αλλά εγώ συνεχίζω να χρησιμοποιώ το Grindr. Το ανοίγω μόλις πέσει ο ήλιος. Έχουν περάσει ήδη οκτώ ώρες από τότε, στη διάρκεια των οποίων το έχω τσεκάρει επανειλημμένα περπατώντας πάνω-κάτω στο διαμέρισμά μου. Μπορείς να δεις το σημάδι στο ξύλινο πάτωμα, εκεί όπου πηγαινοέρχομαι κάθε βράδυ. Είναι η γυμναστική μου. Οι εφαρμογές για σεξ μέσω του κινητού μοιάζουν με χάρτες της πόλης που μπορώ να ελέγξω με την παλάμη μου. Μπορώ να ανεβοκατέβω το Μανχάταν, να σώσω αυτούς που θέλω να ξαναδώ και να διαγράψω εκείνους που δεν θέλω. Ο χάρτης της πόλης μοιάζει με παρηκμασμένο παλίμψηστο της ένδοξης γκέι ιστορίας της Νέας Υόρκης. Κάποτε η ιεροτελεστία των γνωριμιών σε μπαρ και σκοτεινά σοκάκια ήταν συνυφασμένη με την αμεσότητα, την αστική περιπέτεια και την ηλεκτρισμένη βραδινή ατμόσφαιρα της μεγαλούπολης. Σήμερα; Η κεντρική θέρμανση στο πολυώροφο έκτρωμα που με φιλοξενεί με κρατάει ζεστό όσο ψάχνω για γνωριμίες πατώντας κουμπάκια σε μία οθόνη. Είναι ένα μέλλον που δεν θα μπορούσα να φανταστώ στην ηλικία μου και μια ιεροτελεστία που με αποσπά από το γεγονός ότι είμαι ένας σαραντάρης γκέι άντρας με μόνιμο πρόβλημα αϋπνίας. Όπως και η Νέα Υόρκη, έτσι κι εγώ ανησυχώ υπερβολικά ότι δεν είμαι τόσο λαμπερός και ενδιαφέρων όσο ήμουν κάποτε, με αποτέλεσμα να μην κοιμάμαι τα βράδια.

******

Βγαίνω από το ντους και τρέχω να απαντήσω στο κουδούνι. Κοιτάω από το ματάκι της πόρτας την αποψινή μου κατάκτηση. Αναρωτιέμαι πως ο Στιβ –που δεν έχει χώρο και δεν γνωρίζει ορθογραφία– μπόρεσε να περάσει από το θυρωρό. Ορισμένοι προτιμούν να συναντηθούν πρώτα σε κάποιο δημόσιο χώρο, όμως για μένα αυτό είναι χάσιμο χρόνου σε συνθήκες κακού φωτισμού. Άλλωστε μου αρέσει το ντελίβερι στο σπίτι. Μερικές φορές η παραγγελία δεν σε ικανοποιεί αλλά είναι αργά, πεινάς και τρως αναγκαστικά. Ανοίγω την πόρτα και προσπαθώ να μαντέψω την αντίδραση στο ανέκφραστο όσο και πανέμορφο πρόσωπο του Στιβ. «Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό;» μου φωνάζει καθώς περνάει από δίπλα μου και πηγαίνει κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Δεν αντιδρώ. Νεαρός, αγενής, περίεργος και κούκλος. Μαστουρωμένος ίσως; Σίγουρα μυρίζει έντονα.

Τα καλύτερα κομμάτια στο Grindr έρχονται με κόκκινες σημαιούλες που υποδηλώνουν πιθανά προβλήματα. Για μένα το να πηγαίνεις με κάποιον χωρίς κόκκινες σημαιούλες είναι σαν να προσπαθείς να ανοίξεις συζήτηση με κάποιον που δεν διαβάζει βιβλία. Καθώς κλειδώνω την πόρτα τον κοιτάζω που κάθεται στο κρεβάτι μου. «Θες κάτι εκτός από νερό; Μια μπίρα ίσως; Χόρτο;» Βλέπω την αντανάκλαση του προσώπου του στο παράθυρο του δωματίου που ο παγωμένος αέρας του Δεκέμβρη το κάνει να τρίζει. Γεμίζω ένα ποτήρι με βότκα και ένα με νερό και πηγαίνω στο δωμάτιο προσπαθώντας να πιάσω κουβέντα. «Ξέρεις ότι το να πηγαίνεις με κάποιον χωρίς κόκκινες σημαιούλες είναι σαν...»

Μα πού πήγε; Ανοίγω το πάνω συρτάρι και τσεκάρω ότι το πορτοφόλι μου και το κινητό είναι ακόμα εκεί. Τον φωνάζω. Μήπως έφυγε; Κοιτάω την πόρτα που παραμένει κλεισμένη από μέσα με τραβηγμένο το σύρτη. Μήπως θέλει να παίξουμε κρυφτό; Κοιτάω μέσα στην ντουλάπα, δεν είναι πουθενά. Αυτό το παιχνίδι δεν μοιάζει πολύ διασκεδαστικό. Κοιτάω κάτω από το κρεβάτι, δίπλα στον καναπέ, πίσω από την κουρτίνα, μέσα στο μπάνιο. Τίποτα. Πουθενά. Χωρίς να χάσω χρόνο, καλώ την ασφάλεια του κτιρίου. Επιμένουν ότι δεν είδαν κανέναν να μπαίνει ή να βγαίνει από το κτίριο εδώ και ώρες.

******

Την επομένη στις 2 το μεσημέρι, συναντάω την παρέα για πρωινό στο Γιάφα καφέ. Για μένα και την παρέα μου το Γιάφα ανήκει στην κατηγορία της «Παλιάς Υόρκης», που περιλαμβάνει όλα εκείνα τα θρυλικά στέκια του παρελθόντος που παραμένουν ακόμα ανοιχτά. Τους διηγούμαι τι συνέβη το προηγούμενο βράδυ και αρχίζουν τις θεωρίες μιλώντας όλοι μαζί.

«Δεν είσαι λίγο μεγάλος για το Grindr;»
«Δεν ήταν πολύ χειρότερα όταν τα είχες κάνει πάνω σου στο Sound Factory;»
«Είναι σατανιστές. Ψάξου για σημάδια από σύριγγες».
«Πρέπει να τρέφεσαι καλύτερα. Μάλλον έχασες τις αισθήσεις σου και έφυγε».
«Τα φαντάσματα στοιχειώνουν τα παλιά σπίτια, όχι τα κινητά!»
«Πώς λέγεται κάποιος που πάει με φαντάσματα; Νεκρόφιλος;»
«Εγώ νομίζω ότι σου έριξαν ναρκωτικά. Τσέκαρε από πίσω μήπως έχεις αίμα»

Παραγγέλνω μια σαλάτα με αβοκάντο και ντρέσινγκ καρότο.

soul

******

Λίγες μέρες αργότερα, ένας από την παρέα του Γιάφα καφέ μού λέει ότι έχει ένα γνωστό που έχει ένα γνωστό που λέγεται Τσαρλς και γνωρίζει πολλά για τον Στιβ. Μου δίνει το mail και τον αριθμό του κινητού του. Μαθαίνω ότι είναι λίγο περίεργος αλλά μπορεί να μου δώσει περισσότερες πληροφορίες. Η περιέργεια με κάνει να του τηλεφωνήσω.

«Σε ευχαριστώ που πήρες. Σιχαίνομαι τα mail». Η φωνή του μου φέρνει στο μυαλό έναν τύπο που φοράει καπελάκι του μπέιζμπολ για να κρύψει τη φαλάκρα του. «Μαθαίνω ότι ήρθε και σε βρήκε ο Στιβ;»
«Ναι. Ο φίλος μου μου είπε ότι γράφεις κάτι γι’ αυτόν;»
«Όχι. Κάνω μία έρευνα».
«Εννοείς για την αστυνομία;»
«Οι αστυνομικοί είναι ηλίθιοι. Μην μου πεις ότι πήγες και σου έδειξαν σκίτσα;»
«Ναι». Τον ακούω να γελάει. Τον ρωτάω αν είναι ιδιωτικός ντετέκτιβ.
«Όχι ψάχνω κάποιον που χάθηκε όπως θα έκανε οποιοσδήποτε για ένα μέλος της οικογένειάς του. Εννοώ της γκέι οικογένειας που είχαμε κάποτε. Δεν είμαστε συγγενείς».
«Κάποτε;»
«Τον παλιό καιρό. Σε μια εντελώς διαφορετική εποχή της Νέας Υόρκης. Πες μου τι συνέβη, λοιπόν».
«Μιλούσαμε στο Grindr και αποφασίσαμε να το προχωρήσουμε. Ήρθε στο διαμέρισμά μου. Ήταν αργά. Μπήκε μέσα και μου ζήτησε...»
«Ένα ποτήρι νερό; Συγγνώμη, συνέχισε».
«Μου φάνηκε περίεργος και...»
«Κάποια στιγμή γύρισες και είχε εξαφανιστεί;»
«Ναι, αυτό το ξέρεις».
«Ήταν 4 τα ξημερώματα;»
«Νομίζω...»
«Δεν υπάρχει ούτε ένας που να μην τον έχει συναντήσει ακριβώς εκείνη την ώρα! Κάποια στιγμή έβαλα και εγώ Grindr και το άνοιγα κάθε βράδυ στις 4. Αλλά μου έσβησαν το λογαριασμό γιατί λέει παρενοχλούσα τους χρήστες. Μαλάκες!»
Μεγάλη παύση και τον ακούω να τραβάει ρουφηξιά από ένα τσιγάρο.
«Αφού έχεις δει το προφίλ του στο Grindr, πως δεν τον αναγνώρισες;» τον ρωτάω τελικά.
«Δεν το έχω δει! Και κανείς δεν μπορεί να μου περιγράψει με ακρίβεια πώς είναι τώρα. Όταν εξαφανίζεται από το σπίτι σου, αμέσως εξαφανίζεται και από το Grindr. Κανείς δεν έχει καταφέρει να κρατήσει έστω και μία φωτογραφία του. Αλλά ο Στιβ είναι καπάτσος με την τεχνολογία. Πάντα ήταν έξυπνος».
Ακούω τη δόνηση του κινητού μου.
«Σου έστειλα δύο φωτογραφίες του».
Τις τσεκάρω. Βλέπω ένα μικροκαμωμένο, αδύνατο νεαρό, πολύ χλωμό με κοντά μαλλιά. Σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτός που ήρθε σπίτι μου. Χαμογελάω με μια περίεργη ανακούφιση.
«Όχι δεν είναι αυτός. Κοίτα, μάλλον πρέπει να κλείσω...»
Το κινητό δονείται και πάλι. Ακόμα δύο φωτογραφίες. Στη μία είναι ο Στιβ σε ένα κλαμπ γεμάτο κόσμο. Το κούρεμά του είναι ρωμαϊκό και φοράει ένα τεράστιο τι-σερτ με στάμπα μία μπάλα μπιλιάρδου. Στην άλλη είναι ξαπλωμένος μπρούμυτα σε ένα κρεβάτι, φοράει φαρδιά τζιν και κοιτάει πίσω από το κεφάλι του με τα μάτια του να ξεπροβάλλουν κάτω από ένα καπέλο του μπέιζμπολ. Δεν έχω πια καμία αμφιβολία.
«Αυτός είναι!»
Ο Τσαρλς εξομολογείται γελώντας. «Τις δύο πρώτες τις στέλνω για δοκιμή. Οι μυθομανείς μού λένε κατευθείαν ότι είναι αυτός. Και έτσι τους ξεχωρίζω».
«Θες να πεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που λένε ψέματα ότι τον έχουν δει;»
«Έχεις ακούσει το κλισέ ότι σε αυτή την πόλη ζουν τριάντα εκατομμύρια άνθρωποι και έχουν όλοι τους μια ιστορία;»
«Όχι».
«Ε λοιπόν, κάποιοι δεν έχουν καμία ιστορία οπότε αναγκάζονται να επινοήσουν».

******

«Αυτός είναι ο Στιβ» ανακοινώνω περήφανος κρατώντας το τηλέφωνό μου μπροστά στην αρχιφύλακα Ρόουλαντ. Κοιτάζει την οθόνη χωρίς να αντιδρά. «Μίλησες με τον Τσαρλς, έτσι δεν είναι; Μήπως άρχισε να σε ενοχλεί;»
«Ναι του μίλησα. Όχι δεν με ενοχλεί».
«Κοίταξε να δεις. Αυτός ο Τσάρλς είναι μεγάλος μπελάς. Προσπάθησε να τον αποφύγεις. Θα σου ζητήσει να συναντηθείτε. Μετά θα σε πάει σπίτι του για να σου δείξει φωτογραφίες του Στιβ. Μετά θα νομίζει ότι μπορείς να τον φέρεις σε επαφή με τον Στιβ ή ότι εσύ είσαι ο Στιβ. Τότε ξεκινάει η παρενόχληση και γι’ αυτό αναγκαστήκαμε να του τραβήξουμε περιοριστικούς όρους για να πάψει να κυνηγάει τους μάρτυρες. Μείνε μακριά του».

Σηκώνεται και βγαίνει από το γραφείο χωρίς να μου πει τίποτα. Σηκώνομαι κι εγώ θεωρώντας πως έχουμε τελειώσει. Καθώς βάζω το κινητό στο σάκο μου, επιστρέφει με ένα φάκελο. Τον ανοίγει πάνω στο γραφείο.
«Αυτός είναι ο φάκελος του Στιβ». Μου δείχνει τις φωτογραφίες. «Είσαι φίλος; Συγγενής του;»
«Όχι».
«Λοιπόν. Δύο συλλήψεις για ναρκωτικά το ’97 και το ’99. Μικροποσότητες, κατοχή και εμπορία. Μικροκλοπές και μία κατηγορία για ληστεία που αποσύρθηκε».
«Δηλαδή, τώρα έχει επιστρέψει και κλέβει τον κόσμο;»
«Η σορός του βρέθηκε στο φρεάτιο του ανελκυστήρα ενός παρατημένου κτιρίου στο Μπρούκλιν στις 3 Φεβρουαρίου 2001 από τους εργάτες της οικοδομής. Ήταν δηλωμένος ως αγνοούμενος από τον Σεπτέμβριο του ’99. Αναγνωρίστηκε χάρη στο φίλο σου τον Τσαρλς. Η οδοντοστοιχία του ταίριαζε με τα αρχεία. Υπήρχαν σημάδια μακροχρόνιας τοξικομανίας. Η αιτία θανάτου ασαφής. Το πτώμα ήταν μερικώς μουμιοποιημένο. Το βρήκαν κλεισμένο με μονωτική μέσα σε πλαστικές σακούλες. Τα τραύματα από την πτώση είχαν προκύψει μετά θάνατον. Πρεζάκια. Κάποιοι τα τινάζουν από υπερβολική δόση. Οι φίλοι τους δεν θέλουν μπλεξίματα με τους μπάτσους και ξεφορτώνονται το πτώμα».

death

******

«Ξέρεις ότι κρατάω όλα τα παλιά τεύχη του Next και του QX;» μου λέει ο Τσαρλς όταν μιλάμε την άλλη μέρα στο τηλέφωνο. «Τα πιο παλιά σε έχουν στο εξώφυλλο!» Πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια ήμουν διάσημο go-go boy στα κλαμπ της Νέας Υόρκης. Αυτό είναι μάλλον και το μεγαλύτερό μου επίτευγμα. Θέλω να ακούσω τι έχει να πει για αυτά που έμαθα στην αστυνομία αλλά δεν ξέρω πως να φέρω την κουβέντα. «Άκου, πήγα στην αστυνομία...»

«Το ξέρω. Έχω ένα φίλο εκεί. Οι μπάτσοι δεν με συμπαθούν γιατί δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Καλύτερα να μην τους έδειχνες τις φωτογραφίες. Δεν μπορείς να καταλάβεις. Ο Στιβ ήρθε στη Νέα Υόρκη μια άλλη εποχή και την έκανε σπίτι του. Ήταν γκέι, όμορφος και έξυπνος. Πολύ έξυπνος. Του άρεσε η περίεργη μουσική και οι περίεργες ταινίες. Ήταν εξαιρετικός στο σχέδιο, συνέχεια δούλευε δικά του κόμικς. Έβγαινε συνέχεια. Του άρεσε να δοκιμάζει τα πάντα και ποτέ δεν έλεγε όχι. Τελικά έμπλεξε με τα ναρκωτικά. Όταν έμαθε πως ήταν και οροθετικός, η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο. Νομίζω ότι δεν ήξερε πού να στραφεί. Ήρθε στη Νέα Υόρκη για να ξεφύγει από μια πολύ άσχημη οικογενειακή κατάσταση, αλλά όταν προσπάθησε να ξεφύγει από αυτά που βρήκε εδώ δεν είχε πλέον πού να πάει. Είχε φτάσει στο τέλος του κόσμου». Ξαφνικά αισθάνθηκα άσχημα που προσπάθησα να ψαρέψω τον Στιβ, αυτή τη φωνή που έμοιαζε με φάντασμα από την άλλη μεριά της τηλεφωνικής γραμμής.

«Ήταν σαν ποντίκι στη φάκα. Τα ναρκωτικά που έπαιρνε γινόταν όλο και πιο σκληρά, τα πάντα ήταν όλο και πιο έντονα. Τον κουβάλησα για συνεδρίες αποτοξίνωσης στο Γκέι και Λεσβιακό Κέντρο. Η ελπίδα κράτησε πολύ λίγο. Τον έδιωξαν από το διαμέρισμά του, βρέθηκε με τα πράγματά του κυριολεκτικά πεταμένα στο πεζοδρόμιο. Ήταν άστεγος. Κάπως έτσι τον βρήκε το τέλος. Κάποιες φορές του έδινα λεφτά και πάντα το μετάνιωνα μετά. Ο Στιβ μπορούσε να σε χρησιμοποιήσει τόσο εύκολα. Σε αγόρια όπως αυτόν μπορείς να συγχωρέσεις τα πάντα. Όμως η ομορφιά και η γοητεία τους τελικά συσσωρεύουν αρνητικούς λογαριασμούς με όλο τον κόσμο. Και όταν η ομορφιά χάνεται, η πραγματικότητα καταρρέει πάνω στο κεφάλι τους».

«Μου πήρε έξι μήνες για να καταλάβω ότι είχε εξαφανιστεί. Μέχρι τότε τα ίχνη του είχαν χαθεί. Οι κολλητοί του ήταν όλοι τοξικομανείς, πλέον δεν έχει μείνει κανείς. Υπήρχαν φήμες ότι πέθανε, χωρίς να έχει βρεθεί ποτέ το πτώμα. Έψαχνα στα νεκροτομεία, στις φυλακές, στα αρχεία της αστυνομίας. Αναγκάστηκα να δω εκατοντάδες φωτογραφίες με πεθαμένα γκέι παιδιά – δεν θα στο συνιστούσα. Μόνος μου τον έψαχνα και ακόμα τον ψάχνω. Αλλά να που γύρισε!»

Τον διακόπτω. «Δηλαδή νομίζεις πως γύρισε και έπεσε πάλι στα ναρκωτικά και τις κλοπές;»
«Όχι».
«Τότε γιατί ενδιαφέρεται η αστυνομία;»
«Κάποιοι έχουν καταγγείλει ότι τους έκλεψε. Δεν είναι αυτός, αλλά δεν έχει σημασία. Είναι κάποιος άλλος που έχει κάνει μία ή δύο κλοπές. Οι ηλίθιοι δεν ξέρουν καν ποιον ψάχνουν. Τους έχουν μπερδέψει θεωρώντας πως είναι το ίδιο άτομο. Κατάλαβες;»
«Όχι».
«Αυτά παθαίνει ο κόσμος από τα ναρκωτικά στη Νέα Υόρκη. Δεν πεθαίνουν. Απλώς εξαφανίζονται μέσα στα λαγούμια».
«Έχει αλλάξει πολύ η Νέα Υόρκη» του απαντάω γελώντας.
«Ναι. Σήμερα τα λαγούμια νοικιάζονται πανάκριβα».

******

Δυο μέρες μετά έχω εννιά μηνύματα του Τσαρλς στο κινητό μου. Η αρχιφύλακας Ρόουλαντ είχε δίκιο. Θέλει να με συναντήσει. Αυτό αποκλείεται. Τον παίρνω στο τηλέφωνο. «Μερικές φορές βλέπω εφιάλτες με τον Στιβ» μου απαντάει πριν προλάβω να πω κουβέντα. «Τον βλέπω να μου τηλεφωνεί από θάλαμο αργά το βράδυ. Τρέχω στο παράθυρο και τον βλέπω στο πεζοδρόμιο να κατεβάζει το ακουστικό και να φεύγει γελώντας».
«Τσαρλς, πόσων χρονών ήταν ο Στιβ όταν εξαφανίστηκε;»
«26».
«Δηλαδή, σήμερα είναι 46. Αποκλείεται να είναι ο τύπος που ήρθε στο διαμέρισμά μου εκείνο το βράδυ. Μάλλον είναι ο άλλος τύπος».
«Ποιος άλλος τύπος; Σε ένα άλλο όνειρο τρέχω γύρω από το πάρκο στην Τόμκινς Σκουέαρ. Η πόλη είναι έρημη, χωρίς φώτα. Τα πάντα είναι γκρίζα. Στέκομαι μπροστά από ένα παλιό κτίριο και κάτι μου λέει ότι μέσα είναι ο Στιβ. Μπαίνω μέσα και φτάνω μέχρι την πόρτα ενός διαμερίσματος. Το ξέρω ότι είναι μέσα αλλά ανοίγω την πόρτα και βλέπω μόνο πηχτό σκοτάδι. Σαν κάτι κακό να έχει συμβεί. Τις μέρες γυρνάω στο Ιστ Βίλατζ ψάχνοντας να βρω την πρόσοψη του κτιρίου που βλέπω στον ύπνο μου. Έχω κάνει και σκίτσα. Δεν είμαι σίγουρος πως υπάρχει...»
Τον διακόπτω. «Η αστυνομία μου είπε ότι σου έδειξαν τον Στιβ νεκρό». Κάνει πως δεν με άκουσε.
«Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν το 2000 μπροστά από το Boiler Room. Καβαλούσε μια μηχανή χωρίς μπλουζάκι, τόσο χλωμός και αδύνατος, τα μάτια του έμοιαζαν με παγάκια. Πέρασε μπροστά μου σαν σίφουνας την ώρα που έβγαινα. Του φώναξα αλλά δεν με άκουσε. Τον είδα να παίρνει την Τέταρτη Οδό προς τα ανατολικά και μετά να στρίβει στην Πρώτη Λεωφόρο. Εξαφανίστηκε σαν μια μικρή άσπρη κουκίδα».
«Τσαρλς, μου είπαν ότι τους βοήθησες να αναγνωρίσουν το πτώμα». Η φωνή μου είχε αρχίσει να τρέμει. «Γι’ αυτό δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να τον ψάχνεις ακόμα!»
Σιωπή. «Ο Στιβ είναι νεκρός» του λέω ήρεμα, χωρίς να αμφιβάλλω ούτε για μια στιγμή ότι πριν ένα μήνα τον είχα δει στο διαμέρισμά μου.
«Μου λείπει τόσο πολύ» μου απαντάει και ξεσπάει σε κλάματα. «Θα ήθελα να τον ξαναδώ μια φορά μόνο. Να κοιτάξω το πρόσωπό του, να μου πει πως όλα είναι εντάξει…»

Πριν κλείσω το τηλέφωνο και βάλω φραγή στον αριθμό του, διαβεβαιώνω αυτόν τον άντρα –αυτή τη φωνή– ότι όλα θα πάνε καλά και του υπόσχομαι να τον ειδοποιήσω αν τυχόν ξαναδώ τον Στιβ. Ξέρω όμως πως δεν πρόκειται. Όχι γιατί ο Στιβ δεν είναι κάπου εκεί έξω, αλλά γιατί δεν βρήκε αυτό που έψαχνε σε μένα. Θα συνεχίσει να ψάχνει. Ένα αγόρι που τρέχει να ξεφύγει. Κοιτάω από το παράθυρο, καθώς ο παγωμένος ήλιος του Φλεβάρη δύει πίσω από τις οικοδομές στον αυτοκινητόδρομο του Γουέστ Σάιντ. Ανοίγω το Grindr.