.

.
Κάθε Δευτέρα στην Athens Voice (κλικ)

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

O ΠΡΟΥΣΤ ΣΤΑ ΣΟΔΟΜΑ

[Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο της εφημερίδας Athens Voice, όπου μπορείτε να διαβάσετε και τα σχετικά σχόλια.]

marcel proust 

Tον προηγούμενο μήνα έκλεισαν ακριβώς εκατό χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου μέρους ενός μυθιστορήματος-κολοσσού, που από πολλούς θεωρείται το σημαντικότερο του 20ού αιώνα: Το«Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» στο οποίο ο Μαρσέλ Προυστ αφιέρωσε σαν ερημίτης τα τελευταία 14 χρόνια της ζωής του και σχεδίαζε αρχικά να εκδώσει σε δύο μέρη («Ο Χαμένος Χρόνος» και «Ο Ξανακερδισμένος Χρόνος») πριν οι αναταράξεις της προσωπικής και κοινωνικής ζωής στο Παρίσι του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου του δώσουν αρκετό υλικό για επτά ολόκληρους τόμους.

Τεράστια σε μέγεθος, όσο και απίστευτα δουλεμένη στην παραμικρή της ψυχολογική λεπτομέρεια ταπισερί της «καλής» γαλλικής κοινωνίας κατά την όμορφη εποχή της Μπελ Επόκ που έμελλε να εκπνεύσει στο σφαγείο του Μεγάλου Πολέμου, το «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή τοιχογραφία της γαλλικής κοινωνίας ή συλλογή κουτσομπολιών από τα σαλόνια της υψηλής αριστοκρατίας και του πνεύματος, όπου σύχναζε ο συγγραφέας πριν αποφασίσει να αποσυρθεί οριστικά από τις κοσμικότητες για χάρη της τέχνης του.

Έργο τέχνης που εξερευνά τη διαφορά ανάμεσα στην «εκούσια» μνήμη, όπως διοργανώνεται από τη διάνοιά μας, και την «ακούσια», που μας αποκαλύπτεται τυχαία χάρη στις αισθήσεις μας, ανάμεσα στο πέρασμα του χρόνου, όπως αυτό καταγράφεται ημερολογιακά, και στο βιωματικό χρόνο, όπως τον αντιλαμβανόμαστε ψυχολογικά· ανάμεσα στα απατηλά μηνύματα που εκπέμπουμε μέσω της γλώσσας και την πραγματικότητα που αυτά συγκαλύπτουν. Μια πραγματικότητα που δεν μπορεί παρά να είναι υποκειμενική τόσο για τον αναγνώστη όσο και για τον αφηγητή-συγγραφέα αυτού του ημι-αυτοβιογραφικού έργου, που την ανασυνθέτει κομμάτι-κομμάτι μέσα από σπαράγματα, ψιθύρους, ημιτελείς διηγήσεις, δαιδαλώδεις συνειρμούς και ατέρμονες ονειροπολήσεις.

Ταυτόχρονα με όλα αυτά είναι και το πρώτο μείζον λογοτεχνικό έργο που ασχολείται τόσο ανοιχτά με το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας. Αν και ομοφυλόφιλος ο ίδιος, ο Προυστ δεν έμενε ανεπηρέαστος από τις βάναυσες προκαταλήψεις της εποχής του. Ο ίδιος θεωρούσε ότι «ο μοναδικός τρόπος για να γράψει κανείς ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία είναι να μην την ενστερνιστεί ποτέ ο ίδιος». Στο έργο του δεν χρησιμοποιεί καν τη λέξη ομοφυλοφιλία, προτιμώντας τον όρο «σεξουαλική αναστροφή» (inversion). Σύμφωνα με ένα σχολιαστή, ο Προυστ «παρέμεινε πολύ συνειδητά μέσα στην “ντουλάπα” και ένιωθε πολύ άνετα εκεί, αφήνοντας πάντα μισάνοιχτη την πόρτα για να κρυφοκοιτάει από μέσα, χωρίς όμως να τον αντιλαμβάνονται οι απέξω».

Η στάση του αυτή δεν έβρισκε σύμφωνο τον επίσης μεγάλο ομότεχνό του Αντρέ Ζιντ. Αν και ο Ζιντ είχε μετανιώσει πικρά που αρνήθηκε να εκδώσει τα πρώτα χειρόγραφα του Προυστ στη Nouvelle Revue Française, έχοντας εκτιμήσει λανθασμένα ότι πρόκειται απλά για τις αναπολήσεις ενός κοσμικού, δεν έπαψε να θεωρεί πως η αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας στο έργο του Προυστ συνιστούσε «αδίκημα εις βάρος της αλήθειας». Ο Ζιντ καταλόγιζε στον Προυστ ότι «χάρισε» στον ετεροφυλόφιλο αφηγητή του βιβλίου τις πιο όμορφες και πολύτιμες ερωτικές αναμνήσεις του. Ο ίδιος αφηγητής, αν και ετεροφυλόφιλος, εμφανίζεται ως πραγματικός παντογνώστης της κρυφής ζωής των ομοφυλόφιλων στις αρχές του 20ού αιώνα· πάντα όμως από ασφαλή απόσταση και κολακεύοντας κάποιες φορές τις αρνητικές προκαταλήψεις των αναγνωστών του.

Θα πρέπει βέβαια να σημειώσουμε εδώ ότι ο ίδιος ο Ζιντ τόλμησε να κυκλοφορήσει επώνυμα το βιβλίο «Κορυδών», μια συλλογή από διαλόγους που υπερασπίζονται την ομοφυλοφιλία από επιστημονική και ιστορική άποψη, μόνο τρία χρόνια μετά τα «Σόδομα και Γόμορρα» (τέταρτο μέρος του «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» που φέρει ως τίτλο τα ονόματα των δύο τιμωρημένων από τον Θεό βιβλικών πόλεων για να αναφερθεί στην ανδρική και γυναικεία ομοφυλοφιλία αντίστοιχα). Στο βιβλίο η ανδρική ομοφυλοφιλία εξετάζεται μέσα από την προσωπικότητα του εξαιρετικά καλλιεργημένου αλλά και αλαζόνα Βαρόνου ντε Σαρλύς και της σχέσης του με τον αδίστακτο νεαρό βιολονίστα Μορέλ.

Όπως μπορούμε να δούμε και στο παρακάτω απόσπασμα, στην πρόζα του Προυστ συχνά παρεισφρέουν οι ομοφοβικές και αντισημιτικές αντιλήψεις της εποχής του (παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν ομοφυλόφιλος και η πολυαγαπημένη μητέρα του εβραία). Παρόλα αυτά δεν παραλείπει να εκφράσει μια τολμηρή για την εποχή του συμπάθεια προς τους κατατρεγμένους ομοφυλόφιλους, χρησιμοποιώντας μάλιστα το παράδειγμα του Όσκαρ Ουάιλντ:

«Ανήκε στη φυλή των ανθρώπων που είναι λιγότερο αντιφατικοί από όσο φαίνονται, που το ιδανικό τους είναι ανδρικό ακριβώς επειδή η ιδιοσυγκρασία τους είναι γυναικεία, και που στη ζωή είναι όμοιοι μόνο φαινομενικά με τους άλλους άντρες· στο σημείο εκείνο όπου ο καθένας έχει ζωγραφιστή στα μάτια του, μέσα από τα οποία βλέπει καθετί στο σύμπαν, μια σιλουέτα χαραγμένη πάνω στην επιφάνεια της κόρης του ματιού, γι' αυτούς δεν είναι η μορφή μιας νύμφης, αλλά ενός εφήβου. Φυλή που πάνω της βαραίνει μια κατάρα και που πρέπει να ζει στο ψεύδος και την επιορκία, αφού γνωρίζει πως τιμωρείται και είναι ντροπή κι ανομολόγητος ο σαρκικός της πόθος, αυτός που αποτελεί για κάθε άλλο πλάσμα τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής· που πρέπει να απαρνείται τον Θεό της αφού, ακόμη κι αν είναι χριστιανοί, σαν εμφανιστούν κατηγορούμενοι στο εδώλιο του δικαστηρίου, πρέπει, μπροστά στον Χριστό και στο όνομά του, να υπερασπιστούν τον εαυτό τους θεωρώντας συκοφαντία ό,τι είναι η ίδια η ζωή τους· γιοι δίχως μητέρα, υποχρεωμένοι να της λένε ψέματα όλη της τη ζωή κι ως τη στιγμή που θα της κλείσουν τα μάτια· φίλοι δίχως φιλίες, παρά τις φιλίες που η συχνά αναγνωρισμένη γοητεία τους εμπνέει και που η συχνά καλή τους καρδιά θα μπορούσε να νιώσει· μπορείς όμως άραγε να ονομάσεις φιλίες τις σχέσεις αυτές που ανθίζουν μόνο μέσα στο ψέμα, κι απ' όπου η πρώτη αυθόρμητη έκφραση εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας που θα μπορούσαν να εκδηλώσουν θα είχε ως συνέπεια να τους αποκηρύξουν με αηδία, εκτός αν είχαν να κάνουν με κάποιο πνεύμα αμερόληπτο, δηλαδή ένα πνεύμα που τους αντιμετωπίζει με συμπάθεια, αλλά που τότε, παρασυρμένο σε ό,τι τους αφορά από μια συμβατική ψυχολογία, θα κάνει να προέλθει από την ομολογημένη διαστροφή η συμπάθεια που της είναι η πιο ξένη, ακριβώς όπως ορισμένοι δικαστές υποθέτουν και δικαιολογούν πιο εύκολα τη δολοφονία στους αρσενοκοίτες και την προδοσία στους Εβραίους, για λόγους που προέρχονται από το προπατορικό αμάρτημα και το πεπρωμένο της φυλής;

...Δίχως τιμή παρά αβέβαιη, δίχως ελευθερία παρά προσωρινή ως την ανακάλυψη του εγκλήματος, δίχως κοινωνική θέση παρά μετέωρη, σαν τον ποιητή που την παραμονή του κάνουν χάρες σε όλα τα σαλόνια, τον χειροκροτούν σε όλα τα θέατρα του Λονδίνου, και την άλλη μέρα τον διώχνουν από κάθε νοικιασμένο δωμάτιο δίχως να μπορεί να βρει ένα μαξιλάρι να ξεκουράσει το κεφάλι του, δεμένος στις μυλόπετρες σαν τον Σαμψών και λέγοντας όπως εκείνος:

“Τα δυο φύλα θα πεθάνουν, το καθένα χωριστά” ·

έχοντας χάσει, αν εξαιρέσουμε τις μέρες της μεγάλης δυστυχίας, όταν η πλειονότητα έρχεται να συμπαρασταθεί στο θύμα, όπως οι Εβραίοι στην περίπτωση του Ντρέιφους, έχοντας χάσει κάθε συμπάθεια –κάποτε και κάθε συντροφιά– από τους όμοιούς τους στους οποίους προκαλεί αηδία το ίδιο θέαμα, καθώς κατοπτρίζεται σε έναν καθρέφτη ο οποίος, επειδή δεν τους κολακεύει πια, τονίζει ψεγάδια που δεν θέλησαν να δουν στον εαυτό τους».

(απόσπασμα από τα «Σόδομα και Γόμορρα», μετάφραση Παύλου Α. Ζάννα, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2001)

Πιο κάτω περιγράφει τόσο την εντυπωσιακή «αταξικότητα» και οικουμενικότητα της ομοφυλόφιλης επιθυμίας, όσο και τον τεράστιο ψυχολογικό καταναγκασμό που επιβάλλει η κοινωνία σε εκείνους τους απογόνους των Σοδόμων που κατάφεραν να επιζήσουν «σε πείσμα κάθε κηρύγματος και κάθε τιμωρίας».

«Σε τούτη τη ζωή ενός αναχρονιστικού ρομαντισμού, ο πρεσβευτής είναι φίλος του καταδίκου· ο πρίγκιπας, με μια κάποια ελευθερία στη συμπεριφορά του που του την εξασφαλίζει η αριστοκρατική ανατροφή και που ένας περίτρομος μικροαστός δεν θα την είχε, βγαίνοντας από το σπίτι της δούκισσας πηγαίνει να συναντηθεί με έναν απάχη· κομμάτι καταδικασμένο της ανθρώπινης κοινότητας, αλλά κομμάτι της σημαντικό, που το υποψιάζονται εκεί όπου δεν υπάρχει, που προβάλλεται με αυθάδεια, ατιμώρητα εκεί όπου δεν το υποπτεύονται · έχοντας μέλη παντού, στο λαό, στο στρατό, στην εκκλησία, στο κάτεργο, στο θρόνο· ζώντας, τέλος, τουλάχιστον πολλοί απ΄ αυτούς, σε τρυφερή και επικίνδυνη οικειότητα με τους άντρες της άλλης φυλής, προκαλώντας τους, κάνοντάς τους αστεία για τη διαστροφή τους σαν να μην την είχαν, παιχνίδι που το ευκολύνει η τύφλωση ή η ψευτιά των άλλων, παιχνίδι που μπορεί να παραταθεί για χρόνια ως τη μέρα που ξεσπά το σκάνδαλο και οι θηριοδαμαστές σπαράζονται από τα θηρία· ως τότε υποχρεωμένοι να κρύβουν τη ζωή τους, να αποστρέφουν τα βλέμματα από το σημείο εκείνο όπου θα ήθελαν να τα καρφώσουν, να τα καρφώσουν εκεί ακριβώς όπου θα ήθελαν να τα αποστρέψουν, να αλλάζουν το γένος πολλών επιθέτων στο λεξιλόγιό τους, κοινωνικός καταναγκασμός ασήμαντος σε σύγκριση με τον εσωτερικό καταναγκασμό που η διαστροφή τους –ή ό,τι κακώς αποκαλούμε έτσι– τους επιβάλλει όχι πια απέναντι σε άλλους, αλλά απέναντι στον εαυτό τους κι έτσι ώστε στον εαυτό τους να μην φαίνεται διαστροφή. Ορισμένοι όμως πιο πρακτικοί, πιο βιαστικοί, που δεν έχουν καιρό να κάνουν τα παζαρέματά τους ή να απαλλαγούν από την απλοποίηση της ζωής ή και να κερδίσουν τον χρόνο που τους εξασφαλίζει η συνεργασία, ανήκουν σε δύο κοινωνίες, από τις οποίες τη δεύτερη αποτελούν αποκλειστικά όμοιοί τους».

Όσο για τη γυναικεία ομοφυλοφιλία, αυτή παρουσιάζεται μέσα από την τερατώδη ζήλια που προκαλούν στον αφηγητή οι υποψίες του για τις λεσβιακές περιπέτειες της αγαπημένης του Αλμπερτίν. Είναι γνωστό ότι ο Προυστ εμπνεύστηκε την «Αλμπερτίν» από το πρόσωπο του σοφέρ Αλφρέντ Αγκοστινελί τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα και προσέλαβε ως γραμματέα του. Ο Αγκοστινελί συγκατοίκησε με τον Προυστ για ένα χρόνο, πριν τον εγκαταλείψει καθώς δεν άντεχε τις κρίσεις ζήλιας του συγγραφέα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Προυστ υποπτευόταν το γραμματέα του για το ίδιο πράγμα που υποπτεύεται ο αφηγητής την Αλμπερτίν, ότι δηλαδή στα κρυφά πηγαίνει με γυναίκες! Πάντως αυτή η λογοτεχνική μετατόπιση του ερωτικού πάθους από έναν άνδρα σε μια γυναίκα δεν τον εμποδίζει να μας δώσει μία από τις πιο όμορφες σκηνές λεσβιακής αποπλάνησης στην ιστορία της λογοτεχνίας:

«Την επόμενη μέρα, καθώς η νέα αυτή γυναίκα ήταν καθισμένη πολύ μακριά μας στο Καζίνο, είδα πως δεν έπαυε να ρίχνει στην Αλμπερτίν τα σταυρωτά και περιφερόμενα πυρά των ματιών της. Θα έλεγες πως της έκανε σήματα με τη βοήθεια ενός φάρου. Υπέφερα που η φίλη μου θα έβλεπε πως την πρόσεχαν τόσο. Φοβόμουν μήπως τα αδιάκοπα αυτά βλέμματα είχαν τη συμβατική έννοια μιας ερωτικής συνάντησης για την επομένη. Ποιος ξέρει; ίσως αυτή η συνάντηση να μην είναι η πρώτη. Η νέα γυναίκα με τα αστραφτερά μάτια θα μπορούσε να έχει έρθει και κάποιαν άλλη χρονιά στο Μπαλμπέκ. Ίσως επειδή η Αλμπερτίν είχε ήδη υποκύψει στις επιθυμίες της ή στις επιθυμίες μιας φίλης, ίσως γι’ αυτό τολμούσε να της απευθύνει τα φωτεινά αυτά σήματα. Τότε δεν θα απαιτούσαν μόνο κάτι για το παρόν, το δικαίωμα αυτό τους το παραχωρούσαν ώρες ευχάριστες στο παρελθόν...

...Λίγες μέρες όμως αργότερα είχα αποδείξεις για τα ιδιαίτερα γούστα της νέας αυτής γυναίκας και για το ενδεχόμενο να είχε γνωρίσει την Αλμπερτίν άλλοτε. Συχνά, όταν, στην αίθουσα του Καζίνου δύο κοπέλες επιθυμούσαν η μία την άλλη, γεννιόταν κάτι σαν λαμπερό φαινόμενο, ένα είδος φωσφορίζουσας γραμμής που πήγαινε από τη μία στην άλλη. Ας πούμε, με την ευκαιρία αυτή, πως με τη βοήθεια τέτοιων υλοποιήσεων, κι ας είναι αστάθμητες, πως με τα αστρικά αυτά σήματα που φλογίζουν ένα ολόκληρο κομμάτι της ατμόσφαιρας, τα σκόρπια Γόμορρα τείνουν, σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό να φέρουν κοντά τα διεσπαρμένα μέλη τους, να ξαναστήσουν τη βιβλική πολιτεία ενώ, παντού, οι ίδιες προσπάθειες συνεχίζονται για μια ανοικοδόμηση έστω και περιοδική, από τους νοσταλγούς, από τους υποκριτές, κάποτε από τους θαρραλέους εξόριστους των Σοδόμων».

Θα κλείσουμε επιστρέφοντας στον Βαρόνο ντε Σαρλύς ο οποίος γίνεται ανεκτός από την «καλή κοινωνία» για όσο καιρό τους διασκεδάζει με το πνεύμα του και τους ιντριγκάρει με τα αλλόκοτα και εξωτικά «πάθη» του. Στα επόμενα βιβλία της σειράς, ούτε η εξαιρετική του καλλιέργεια, ούτε και η καταγωγή του από τις πιο παλιές οικογένειες της Γαλλίας δεν θα τον προστατεύσουν από την κοινωνική κατακραυγή, όταν ξεσπάσει το σκάνδαλο και βρει κλειστές τις πόρτες όλων των σαλονιών όπου ήταν κάποτε περιζήτητος. Ευτυχώς η υστεροφημία του συγγραφέα ακολούθησε αντίθετη πορεία από αυτή του βαρόνου...

«Μπροστά του, βέβαια, διατηρούσαν πάντα ζωντανή την ανάμνηση των αποκαλύψεων του Σκι και την ιδέα της σεξουαλικής παραξενιάς του συνταξιδιώτη τους. Η ίδια όμως αυτή παραξενιά ασκούσε πάνω τους μια κάποια έλξη. Έδινε έτσι στη συζήτηση του βαρόνου –την αξιοπρόσεχτη άλλωστε, αλλά σε σημείο που εκείνοι δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσουν– μια νοστιμάδα που έκανε συγκριτικά τη συζήτηση όσων σ' ενδιέφεραν περισσότερο, ακόμη και του Μπρισώ, να φαίνεται ανούσια. Από την πρώτη άλλωστε στιγμή είχαν αναγνωρίσει πως ήταν έξυπνος...Στην πρώτη αυτή περίοδο είχαν καταλήξει να θεωρούν τον κύριο ντε Σαρλύς έξυπνο παρά τη διαστροφή του (ή αυτό που συνήθως ονομάζεται έτσι). Τώρα, δίχως να το αντιλαμβάνονται, η διαστροφή του ήταν η αιτία που τους έκανε να τον θεωρούν εξυπνότερο από τους άλλους. Τα πιο απλά αξιώματα τα οποία, αφού τα είχαν επιδέξια προκαλέσει ο πανεπιστημιακός ή ο γλύπτης, διατύπωνε ο κύριος ντε Σαρλύς για τον έρωτα, τη ζήλια, την ομορφιά, χάρη στην παράξενη, μυστική, εκλεπτυσμένη και τερατώδη εμπειρία του απ΄ όπου τα είχε αντλήσει, κέρδιζαν στα μάτια των πιστών τη γοητεία του ασυνήθιστου, που μια ψυχολογία, παρόμοια με εκείνη που μας πρόσφερε από παλιά η δραματική μας λογοτεχνία, αποκτά σε ένα ρώσικο ή γιαπωνέζικο θεατρικό έργο, με ηθοποιούς από τις χώρες αυτές. Διακινδύνευαν ακόμα, όταν δεν τους άκουγε, κάποιο πονηρό αστείο: "Ω! έλεγε χαμηλόφωνα ο γλύπτης, βλέποντας έναν νεαρό υπάλληλο με μακριά ματοτσίνορα μπαγιαντέρας και που ο κύριος ντε Σαρλύς δεν μπόρεσε να μην τα κοιτάξει επίμονα, αν ο βαρόνος αρχίσει να κάνει ματάκι στον οδηγό, δεν θα φτάσουμε ποτέ, το τρένο θα πηγαίνει πισώκωλα. Για δείτε πώς τον κοιτάζει, δεν βρισκόμαστε πια σε τρενάκι, αλλά σε Ντεκωλοβίλ". Κατά βάθος, όμως, όταν ο κύριος ντε Σαρλύς δεν ερχόταν, ήταν σχεδόν απογοητευμένοι γιατί θα ταξίδευαν μόνο με ανθρώπους σαν όλο τον κόσμο και δεν θα είχαν κοντά τους αυτό το φτιασιδωμένο, χοντρουλό και κλειστό πρόσωπο, όμοιο με κάποιο κουτί εξωτικής και ύποπτης προέλευσης το οποίο αφήνει να ξεφύγει μια παράξενη μυρωδιά φρούτων που και μόνο η σκέψη να τα γευτείς σου φέρνει αναγούλα».

 


«Χτες βράδυ έγραψα τη λέξη τέλος. Πλέον μπορώ να πεθάνω. Η ζωή μου δεν πήγε χαμένη» ήταν οι φράσεις που εμπιστεύθηκε ο Προυστ στην οικονόμο του ένα πρωινό της άνοιξης του 1922. Παρά την εξαιρετικά ευαίσθητη και φιλάσθενη κράση του κατάφερε να φτάσει μέχρι την ηλικία των 50 ετών με μοναδικό σκοπό να ολοκληρώσει το έργο στο οποίο αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Έξι μήνες αργότερα ήταν νεκρός.